Γυμναστική και Γνωστική Λειτουργία στα Παιδιά: Τα οφέλη στη μετέπειτα ζωή. - M-learn

Γυμναστική και Γνωστική Λειτουργία στα Παιδιά: Τα οφέλη στη μετέπειτα ζωή.

21.07.2021 - Άρθρα

Eπιμέλεια: Ομάδα της  m-learn.gr

Σύμφωνα με νέα έρευνα, τα παιδιά που είναι σωματικά ενεργά έχουν ανώτερη γνωστική λειτουργία κι επαυξημένη λειτουργική συνδεσιμότητα του εγκεφάλου στη μετέπειτα ζωή σε σχέση με εκείνα που είναι λιγότερα ενεργά.

Βασικά ερευνητικά σημεία

  • Οι ερευνητές έδειξαν πως οι άνθρωποι που είναι σωματικώς ενεργοί κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας (μέχρι τα 12 έτη ζωής) έχουν ανώτερες γνωστικές λειτουργίες στη μετέπειτα ζωή.

  • Ωστόσο, δεν μπορούσαν να εντοπίσουν μία συσχέτιση μεταξύ της γνωστικής λειτουργίας και της μετα-παιδικής φυσικής δραστηριότητας

  • Η θετική σχέση μεταξύ της παιδικής εξάσκησης και της γνωστικής λειτουργίας ήταν προφανής στον αρθρωτό διαχωρισμό (modular segregation *1) των εγκεφαλικών δικτύων, στην ενισχυμένη συνδεσιμότητα των ημισφαιρίων, στον αυξημένο όγκο της φλοιικής πυκνότητας και στα μειωμένα επίπεδα δενδριτικής απόπτωσης και πυκνότητας των νευρώνων.

  • Κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, ο σχηματισμός των δικτύων του εγκεφάλου εξαρτάται τόσο από το περιβάλλον όσο και από παράγοντες που σχετίζονται με τη σωματική εξάσκηση. Θεωρείται πως η σωματική εξάσκηση κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου βελτιστοποιεί την ανάπτυξη των εγκεφαλικών δικτύων και σχετίζεται με τη διατήρηση και προαγωγή των γνωστικών λειτουργιών στη μετέπειτα ζωή.

Ερευνητικό ιστορικό

Την τελευταία δεκαετία, η ερευνητική διαδικασία έχει δείξει πως η σωματική εξάσκηση στην παιδική ηλικία επηρεάζει την γνωστική ανάπτυξη. Πρόσφατα ευρήματα έχουν δείξει πως τα οφέλη της γυμναστικής στα παιδιά εκτείνονται ως τη διατήρηση και προαγωγή των γνωστικών λειτουργιών στη μέση ηλικία και στη μετέπειτα ζωή

Παρόλα αυτά, δεν ήταν ξεκάθαρο το κατά πόσο οι αλλαγές στην εγκεφαλική δομή και συνδεσιμότητα σχετίζονται θετικά με τη σωματική δραστηριότητα στην παιδική ηλικία.

Η παρούσα έρευνα μελέτησε την προαναφερθείσα συσχέτιση, κάνοντας χρήση μαγνητικής τομογραφίας (MRI) με σκοπό την αποκάλυψη των δομικών και λειτουργικών αλλαγών που συντελούνται στον εγκέφαλο.

Πειραματική μέθοδος

Η ερευνητική ομάδα διεξήγαγε μια μελέτη με 214 συμμετέχοντες, των οποίων οι ηλικίες κυμαίνονταν από 26 έως 69 χρονών, με σκοπό να ερευνήσει τη σχέση μεταξύ της σωματικής εξάσκησης στην παιδική ηλικία και τη γνωστική λειτουργία, καθώς και τα υποκείμενα λειτουργικά/δομικά νευρικά δίκτυα και την φλοιική δομή.

Η σωματική εξάσκηση κατά την παιδική ηλικία αξιολογήθηκε μέσω ερωτηματολογίου. Μία παράμετρος της γνωστικής λειτουργίας, ο έλεγχος αναχαίτισης (η ικανότητα να καταστέλλουμε ανάρμοστες συμπεριφορές), μέσω της μεθόδου «Go/No-go task».

Τα απεικονιστικά δεδομένα της μαγνητικής τομογραφίας αναλύθηκαν, και μετρήθηκαν τα εξής: η δομική και λειτουργική συνδεσιμότητα (*2), το πάχος του φλοιού, τα επίπεδα μυελίνωσης, ο βαθμός προσανατολισμού της διασποράς και ο δείκτης πυκνότητας των νευραξόνων.

Ο εγκέφαλος διαχωρίστηκε σε 360 περιοχές σύμφωνα με το Human Connectome Project (*3), λαμβάνοντας υπόψη συγκεκριμένες λειτουργικές και δομικές παραμέτρους για την κάθε περιοχή. Στην στατιστική ανάλυση, οι πληροφορίες που συλλέχθηκαν μέσω του ερωτηματολογίου λειτούργησαν ως συγχυτικοί παράγοντες (σημ. μαθηματικός όρος που αναφέρεται ως confounders). Αυτό συμπεριλάμβανε το μορφωτικό υπόβαθρο του συμμετέχοντα, το γονεϊκό μορφωτικό επίπεδο, των αριθμό των συγγενών και τη σωματική εξάσκηση κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής.

Ερευνητικά αποτελέσματα

Αρχικά, οι ερευνητές ανέλυσαν τη συσχέτιση μεταξύ του κατά πόσο οι συμμετέχοντες εξασκούνταν στην παιδική ηλικία και της απόδοσής τους στο «Go/No-go task» (ρυθμός ψευδούς συναγερμού/λανθασμένης απόκρισης). Ως εκ τούτου, εντόπισαν πως οι συμμετέχοντες που εξασκούνταν όσο ήταν παιδιά (μέχρι και την ηλικία των 12 ετών) είχαν χαμηλότερα ποσοστά εμφάνισης λανθασμένων αποκρίσεων από εκείνους που δεν γυμνάζονταν.

Επιπρόσθετα, αυτή η συσχέτιση ήταν εμφανής ανεξαρτήτως ηλικίας του συμμετέχοντα. Ωστόσο, καμία ανάλογη συσχέτιση δεν βρέθηκε μεταξύ της απόδοσης στο «Go/No-go task» και της εξάσκησης μετά την παιδική ηλικία.

Έπειτα, η ερευνητική ομάδα εξέτασε τη δομική και λειτουργική συνδεσιμότητα του εγκεφάλου σε σχέση με την απόδοση στο «Go/No-go task» στους συμμετέχοντες που γυμνάζονταν στην παιδική ηλικία.

Από αυτά τα αποτελέσματα και υπό όρους δομικής εγκεφαλικής συνδεσιμότητας, υπήρξαν θετικές κι αρνητικές συσχετίσεις μεταξύ της σωματικής εξάσκησης κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας και του ρυθμού ψευδούς συναγερμού/λανθασμένης απόκρισης (false alarm rate) στο «Go/No-go task».

Σε παραπάνω από τις μισές (73%) δομικά συνδεδεμένες περιοχές του εγκεφάλου που ήταν θετικά σχετιζόμενες με το ρυθμό ψευδούς συναγερμού/λανθασμένης απόκρισης στο «Go/No-go task», βρέθηκαν νευρωνικά δίκτυα με ευρύτατη αναμεταξύ τους συνδεσιμότητα.

Από την άλλη πλευρά, στην πλειονότητα (88%) των δομικώς συνδεδεμένων εγκεφαλικών περιοχών που συσχετίσθηκαν αρνητικά με την απόδοση του «Go/No-go task», βρέθηκε ισχυρή συνδεσιμότητα μεταξύ των ημισφαιρίων.

Σχετικά με τη σύνδεση μεταξύ των λειτουργικών περιοχών του εγκεφάλου, εντοπίστηκαν μόνο θετικές συσχετίσεις με την απόδοση στο τεστ ψευδούς συναγερμού/λανθασμένης απόκρισης στους συμμετέχοντες που εξασκούνταν στην παιδική ηλικία. Επιπλέον, βρέθηκε μεγάλης κλίμακας συνδεσιμότητα μεταξύ των νευρωνικών δικτύων στην πλειοψηφία (91%) των λειτουργικά συνδεδεμένων περιοχών, οι οποίες συσχετίσθηκαν θετικά με το ρυθμό ψευδούς συναγερμού/λανθασμένης απόκρισης στο τεστ «Go/No-go task».

Στους συμμετέχοντες που δεν εξασκούνταν όσο ήταν παιδιά, δεν υπήρχε δομική ή λειτουργική συνδεσιμότητα σε σχέση με το ρυθμό ψευδούς συναγερμού/λανθασμένης απόκρισης στον «Go/No-go task». Εν κατακλείδι, οι ερευνητές επεξεργάστηκαν φλοιώδεις δομικές παραμέτρους σε σχέση με την απόδοση στο τεστ, εντόπισαν πως η απόδοση σχετίζεται αρνητικά με την πυκνότητα του φλοιού κι αντιθέτως, σχετίζεται θετικά με το βαθμό προσανατολισμού της διασποράς και του δείκτη πυκνότητας των νευραξόνων.

Τα παραπάνω αποτελέσματα υποδηλώνουν πως ο αρθρωτός διαχωρισμός και η ενισχυμένη διασύνδεση των ημισφαιρίων στα νευρωνικά δίκτυα του εγκεφάλου των ατόμων που γυμνάζονταν κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας μείωσε δραματικά τον αριθμό των λαθών που έκαναν στο τεστ «Go/No-go task».

*Ευρετήριο όρων

  1. Άρθρωμα (Module): Μία ξεχωριστή μονάδα, η οποία συνδεόμενη με άλλες διαμορφώνει κι ολοκληρώνει την κατασκευή ενός συστήματος. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει μία ξεκάθαρη αρθρωτή (modular) δομή, δηλαδή είναι διαιρεμένος σε πολλά ευρείας κλίμακας νευρωνικά δίκτυα που αντίστοιχα δημιουργούν πολλές εγκεφαλικές περιοχές.

  1. Δομική και Λειτουργική Συνδεσιμότητα (Structural and Functional Connectivity): Ο όρος αναφέρεται στις δομικές και λειτουργικές σχέσεις μεταξύ των εγκεφαλικών περιοχών. Οι δομικές σχέσεις μεταξύ των περιοχών του εγκεφάλου μπορούν να εντοπιστούν ανατομικώς από συνδέσεις των νευρικών ινών, ενώ οι λειτουργικές σχέσεις αποδεικνύονται από ομοιότητες σε μοτίβα νευρικής δραστηριότητας.

  1. Human Connectome Project: Πρόκειται για ένα μεγάλης κλίμακας ερευνητικό εγχείρημα που ξεκίνησε το 2012 στη Βόρεια Αμερική και στοχεύει στην εμβάθυνση της κατανόησής μας σχετικά με την εγκεφαλική συνδεσιμότητα.

Πηγή: Neuroscience News

https://neurosciencenews.com/child-exercise-cognition-18758/?fbclid=IwAR1EZsR12XOfeYoMb_Vr6FqH5EmOrZvih9h7OnP7vBOIBVJSto8TTzRIxpE (τελευταία πρόσβαση 27.06.2021)

Tίτλος πρωτότυπου κειμένου: “How Childhood Exercise Maintain and Promote Cognitive Function in Later Life

Ημερολόγιο σεμιναρίων

Οκτώβριος, 2021

eBook

Εγγραφείτε
στο newsletter μας

για να λαμβάνετε το ημερολόγιο των σεμιναριών μας και για να κατεβάσετε το eBook μας.

intro video

YouTube video
X